βαρυμήνιος

βᾰρυ-μήνιος, ον, [dialect] Dor. [suff] βᾰρυ-μάνιος, = sq.,
A

ἥρως Theoc.15.138

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρυμήνιος — βαρύμηνις heavy in wrath fem gen sg (epic doric ionic aeolic) βαρύμηνις heavy in wrath masc/fem nom sg βαρυμήνιος masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυμήνιον — βαρύμηνις heavy in wrath masc/fem acc sg βαρύμηνις heavy in wrath neut nom/voc/acc sg βαρυμήνιος masc/fem acc sg βαρυμήνιος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύμηνις — βαρύμηνις, ι και βαρυμήνιος, ον και (δωρ. τ.) βαρυμάνιος, ον (Α) πολύ οργισμένος, βαρύς στην οργή του. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαρύς + μήνις (δωρ. και αιολ.) μάνις «οργή»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.